Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

most (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. πιο, περισσότερο, υπερθετικός βαθμός του much
    I love him most/the most.
    Τον αγαπώ περισσότερο απ' όλους.
  2. (με άρθρο) το περισσότερο, δηλώνει το μεγαλύτερο ποσό, υπερθετικός βαθμός του many
    Who made the most mistakes?
    Ποιος έκανε τα περισσότερα λάθη;
  3. (χωρίς άρθρο) το περισσότερο, δηλώνει πλειοψηφία, υπερθετικός βαθμός του many
  • Most people are kind.
    Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευγενικοί.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 690. ISBN 9780194325684. , λήμμα: περισσότερος

Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

most < πρωτοσλαβική mostъ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (bs) αρσενικό



Καταλανικά (ca)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (ca) αρσενικό



Ολλανδικά (nl)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (nl)



Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

most < πρωτοσλαβική mostъ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɔst/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Σερβικά (sr)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (sr)

  • λατινική γραφή του мост



Σλοβακικά (sk)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

most < πρωτοσλαβική mostъ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (sk) αρσενικό



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

most < πρωτοσλαβική mostъ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

most (cs) αρσενικό