Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μούστος οι μούστοι
      γενική του μούστου των μούστων
    αιτιατική τον μούστο τους μούστους
     κλητική μούστε μούστοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μούστος < ελληνιστική κοινή μοῦστος < λατινική «vinum mustum» (νέο κρασί)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μούστος αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία