Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

must (en)

  1. μούστος
  2. κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
  3. musth

  ΡήμαΕπεξεργασία

must (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

must (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. (οικείο) κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο



Εσθονικά (et) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

must (et)