Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μαύρος μαύρη μαύρο
γενική μαύρου μαύρης μαύρου
αιτιατική μαύρο μαύρη μαύρο
κλητική μαύρε μαύρη μαύρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαύροι μαύρες μαύρα
γενική μαύρων μαύρων μαύρων
αιτιατική μαύρους μαύρες μαύρα
κλητική μαύροι μαύρες μαύρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαύρος < ελληνιστική κοινή μαῦρος / μαυρός < αρχαία ελληνική ἀμαυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mau-ro- (ανήλιαγος, μαύρος, σκοτεινός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈma.vɾɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαύρος, -η, -ο

  1. που απορροφά όλο το φως που πέφτει επάνω του
      συνώνυμα: μέλας, σκούρος
      αντώνυμα: λευκός
    οι μαύρες τρύπες έχουν τόσο ισχυρή βαρυτική έλξη ώστε ούτε το φως μπορεί ξεφύγει από αυτήν
  2. που έχει σκούρο χρώμα
    μαύρο ψωμί
  3. που αναφέρεται στους γηγενείς της υποσαχάριας Αφρικής
    η μαύρη φυλή
  4. (μεταφορικά) ο δυστυχισμένος
    μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες
  5. (οικονομία) παράνομος, σχετικός με την παραοικονομία
    μαύρη αγορά
    μαύρα χρήματα (που δεν δηλώνονται στην Εφορία)
  6. που από πρόθεση προκαλεί κακό
    μαύρη μαγεία
  7. (τυπογραφία) παχύτερος και εντονότερος τυπογραφικός χαρακτήρας (γράμμα) και η γραμματοσειρά του

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαύρος, -η, -ο

  • αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή
  συνώνυμα: νέγρος, μελαμψόδερμος, υποσαχάριος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία