Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαύρο μαύρα
γενική μαύρου μαύρων
αιτιατική μαύρο μαύρα
κλητική μαύρο μαύρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαύρο < ουδέτερο του μαύρος < μαῦρος < μαυρός < ἀμαυρός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαύρο ουδέτερο

  1. ένα χρώμα ή η απουσία χρώματος
  2. έλλειψη εικόνας στην τηλεόραση, όταν σιγάζει το σήμα
    Έπεσε μαύρο στην ΕΡΤ και στον 902 για να μην μεταδίδεται η εκπομπή των υπό απόλυση δημοσιογράφων της κρατικής ραδιοτηλεόρασης
  3. η καταψήφιση ενός υποψηφίου
    μαύρο στο Μαυρογιαλούρο!
  4. (αργκό) το χασίς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία