Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

μαύρα

  1. μαύρο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού