Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκάκι τα σκάκια
      γενική του σκακιού των σκακιών
    αιτιατική το σκάκι τα σκάκια
     κλητική σκάκι σκάκια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Μια παρτίδα σκακιού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάκι < (άμεσο δάνειο) ιταλική scacco < αραβική شاه (shah) < περσική شاه (shah, βασιλιάς)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'ska.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκά‐κι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκάκι ουδέτερο

  • επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε παίκτης έχει 16 πιόνια και νικητής είναι αυτός που θα απειλήσει τον αντίπαλο βασιλιά σε θέση τέτοια ώστε να μην μπορεί να αποφύγει την αιχμαλωσία (ρουά-ματ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία