Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάκι σκάκια
γενική σκακιού σκακιών
αιτιατική σκάκι σκάκια
κλητική σκάκι σκάκια
 
Μια παρτίδα σκακιού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάκι < ιταλική scacco < αραβική شاه (shah) < περσική شاه (shah, βασιλιάς)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'ska.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκάκι ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία