Δείτε επίσης: Κατηγορία:Σκάκι
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκάκι τα σκάκια
      γενική του σκακιού των σκακιών
    αιτιατική το σκάκι τα σκάκια
     κλητική σκάκι σκάκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Μια παρτίδα σκακιού.

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σκάκι < (άμεσο δάνειο) ιταλική scacco, πληθυντικός scacchi στην έκφραση gioco degli scacchi, που θεωρήθηκε ουδέτερο ουσιαστικού 'σάχης' < αραβική شاه (shah) < περσική شاه (shah, βασιλιάς). [1] Δείτε και το μεσαιωνικό σκάκος [2]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈska.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκά‐κι

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

σκάκι ουδέτερο

  • (σκάκι) επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε παίκτης έχει 16 πιόνια και νικητής είναι αυτός που θα απειλήσει τον αντίπαλο βασιλιά σε θέση τέτοια ώστε να μην μπορεί να αποφύγει την αιχμαλωσία (ρουά-ματ)

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. σκάκι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.