Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρουά < γαλλική roi

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρουά ουδέτερο άκλιτο

  1. σαχ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία