Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκακιέρα σκακιέρες
γενική σκακιέρας
αιτιατική σκακιέρα σκακιέρες
κλητική σκακιέρα σκακιέρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκακιέρα < ιταλική scacchiera
 
μια σκακιέρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκακιέρα θηλυκό

  1. η επιφάνεια πάνω στην οποία παίζεται το σκάκι· είναι χωρισμένη σε 8Χ8 τετράγωνα, χρωματισμένα εναλλάξ με ανοιχτό και σκούρο χρώμα
  2. (μεταφορικά) πεδίο αντιπαράθεσης
    «Ματ» της Ουάσιγκτον στη σκακιέρα των αγωγών φυσικού αερίου στα Βαλκάνια (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Ιουλίου 2010)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία