Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βασιλιάς βασιλιάδες
γενική βασιλιά βασιλιάδων
αιτιατική βασιλιά βασιλιάδες
κλητική βασιλιά βασιλιάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασιλιάς < αρχαία ελληνική βασιλεύς < πρωτοελληνική *gʷatiléus < προελληνική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.si.ˈʎas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασιλιάς αρσενικό (θηλυκό: βασίλισσα)

  1. ο κληρονομικός πολιτικός ή/και στρατιωτικός ηγέτης μιας φυλής ή ενός κράτους που κυβερνά μόνος του με απόλυτη εξουσία ή περιστοιχιζόμενος από ένα συμβούλιο ή κοινοβούλιο
      συνώνυμα: μονάρχης
  2. ένα από τα κομμάτια στο σκάκι
  3. (μεταφορικά) που ξεχωρίζει σε έναν τομέα, επειδή έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη ή μεγάλη ισχύ ή πλούτο
    o βασιλιάς των ζώων: τo λιοντάρι
    ο βασιλιάς της μπανάνας
    ο βασιλιάς της νύχτας
    ο βασιλιάς των πουλιών : o αετός

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βασιλικότερος του βασιλιά: λέγεται για κάποιον που εμφανίζεται να υπερασπίζει υπερβολικά μια ιδέα ή ένα αξίωμα πιο πολύ από τους οπαδούς της ή τους κατόχους του αξιώματος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία