Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασιλεύς < αρχαία ελληνική βασιλεύς < πρωτοελληνική *gʷatiléus < προελληνική (απαντάται και στις πινακίδες της Γραμμικής Β' ως 𐀣𐀯𐀩𐀄 (qa-si-re-u), με χειλοϋπερωϊκό φθόγγο αντί του αρχικού χειλικού β)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασιλεύς αρσενικό