Δείτε επίσης: άναξ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄναξ < μυκηναϊκή 𐀷𐀙𐀏 wa-na-ka (ϝάναξ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄναξ αρσενικό, γενική ἄνακτος, (θηλυκό ἄνασσα)

  1. άρχοντας, βασιλιάς, κυρίαρχος
  2. τιμητικός τίτλος που αποδίδεται σε θεούς, ηγέτες, μέλη της βασιλικής οικογένειας ή γενικότερα σε πολύ σημαντικά πρόσωπα
  3. οικοδεσπότης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία