Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βασιλικός βασιλική βασιλικό
γενική βασιλικού βασιλικής βασιλικού
αιτιατική βασιλικό βασιλική βασιλικό
κλητική βασιλικέ βασιλική βασιλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασιλικοί βασιλικές βασιλικά
γενική βασιλικών βασιλικών βασιλικών
αιτιατική βασιλικούς βασιλικές βασιλικά
κλητική βασιλικοί βασιλικές βασιλικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασιλικός < αρχαία ελληνική βασιλικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βασιλικός αρσενικό -ή -ό

  1. που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά
    Τους είχαν στο παλάτι, στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, όπου, σχετικώς, δεν κακοπερνούσαν και πολύ. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. λαμπρός, μεγαλοπρεπής ή πολυτελής, τόσο που θα ταίριαζε και σε βασιλιά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
βασιλικός
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βασιλικός βασιλικοί
γενική βασιλικού βασιλικών
αιτιατική βασιλικό βασιλικούς
κλητική βασιλικέ βασιλικοί

βασιλικός

  1. (βοτανική) αρωματικό φυτό (Ocimum basilicum) που χρησιμοποιείται στη μαγειρική
  2. ο υποστηρικτής της μοναρχίας, ο βασιλόφρων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία