Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βασιλόφρων /
βασιλόφρονας
βασιλόφρων βασιλόφρον
γενική βασιλόφρονος /
βασιλόφρονα
βασιλόφρονος βασιλόφρονος
αιτιατική βασιλόφρονα βασιλόφρονα βασιλόφρον
κλητική βασιλόφρων βασιλόφρων βασιλόφρον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα
γενική βασιλοφρόνων βασιλοφρόνων βασιλοφρόνων
αιτιατική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα
κλητική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασιλόφρων < βασιλο- + -φρων (πρβλ. φρονώ, φρένες)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βασιλόφρων -ων -ον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασιλόφρων αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία