Δείτε επίσης: πόλτος, πελτές

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πολτός οι πολτοί
      γενική του πολτού των πολτών
    αιτιατική τον πολτό τους πολτούς
     κλητική πολτέ πολτοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολτός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική πόλτος με μετακίνηση τόνου, πιθανόν κατά το πελτές[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pel- (αλεύρι, σκόνη)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔlˈtɔs/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πολ‐τός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολτός αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) μάζα ή ουσία παχύρρευστη και μαλακή που παράγεται με διάφορους τρόπους από ποικίλες ουσίες και υλικά
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε μοιάζει με πολτό
  3. (μεταφορικά) μια άμορφη και ασυγκρότητη μάζα ή σύνολο πραγμάτων ή προσώπων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • λήγουν σε -πολτος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. 

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πολτός πολτώ πολτοί
Γενική πολτοῦ πολτοῖν πολτῶν
Δοτική πολτ πολτοῖν πολτοῖς
Αιτιατική πολτόν πολτώ πολτούς
Κλητική πολτέ πολτώ πολτοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pel- (αλεύρι, σκόνη). Συγγενές με τα αρχαία ελληνική πάλη (ψιλό αλεύρι) πέλανος, λατινικά puls, pollen (αλεύρι, σκόνη).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολτός ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία