Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παχύρρευστος η παχύρρευστη το παχύρρευστο
      γενική του παχύρρευστου της παχύρρευστης του παχύρρευστου
    αιτιατική τον παχύρρευστο την παχύρρευστη το παχύρρευστο
     κλητική παχύρρευστε παχύρρευστη παχύρρευστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παχύρρευστοι οι παχύρρευστες τα παχύρρευστα
      γενική των παχύρρευστων των παχύρρευστων των παχύρρευστων
    αιτιατική τους παχύρρευστους τις παχύρρευστες τα παχύρρευστα
     κλητική παχύρρευστοι παχύρρευστες παχύρρευστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παχύρρευστος < παχύ- + -ρ- + ρευστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παχύρρευστος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία