Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βασίλισσα οι βασίλισσες
      γενική της βασίλισσας των βασιλισσών
    αιτιατική τη βασίλισσα τις βασίλισσες
     κλητική βασίλισσα βασίλισσες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασίλισσα < βασιλιάς + κατάληξη θηλυκού -ισσα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.ˈsi.li.sa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασίλισσα θηλυκό

  1. γυναίκα που ασκεί τη βασιλική εξουσία
  2. η σύζυγος του βασιλιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία