Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρήγισσα οι ρήγισσες
      γενική της ρήγισσας των ρηγισσών
    αιτιατική τη ρήγισσα τις ρήγισσες
     κλητική ρήγισσα ρήγισσες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρήγισσα < ρήγας + κατάληξη θηλυκού -ισσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρήγισσα και ρήγαινα θηλυκό

  1. η βασίλισσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία