Δείτε επίσης: Κατηγορία:Σανσκριτική γλώσσα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα σανσκριτικά
      γενική των σανσκριτικών
    αιτιατική τα σανσκριτικά
     κλητική σανσκριτικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σανσκριτικά < σανσκριτική संस्कृत (saṃ-skṛtá, “τέλειος, ολοκληρωμένος”)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σανσκριτικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

σανσκριτικά