Δείτε επίσης: mark

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Mark (fr)



Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Mark (de)

  1. ανδρικό όνομα, ο Μάρκος
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Mark (de) θηλυκό

  1. το μάρκο (νόμισμα της Γερμανίας, πριν το ευρώ)
    es kostete eine Mark : κόστιζε ένα μάρκο
    δείτε και τις πλήρεις ονομασίες Reichsmark και Deutsche Mark
  2. (ιστορία) συνοριακή έδαφος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, περιοχή αντίστοιχη με τη μαρκιωνία, που διοικούσε ο μαργράβος
  3. (ιστορία) ελεύθερες γαίες (που δεν ανήκαν σε χωροδεσπότη ή τοπικό γαιοκτήμονα) γύρω από χωριά, ιδίως της βόρειας Γερμανίας, οι οποίες ήταν κοινή ιδιοκτησία των αγροτών και των κτηνοτρόφων