Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μάρκο τα μάρκα
      γενική του μάρκου των μάρκων
    αιτιατική το μάρκο τα μάρκα
     κλητική μάρκο μάρκα
Παράρτημα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmaɾ.kɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάρκο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία