Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύνολο σύνολα
γενική συνόλου συνόλων
αιτιατική σύνολο σύνολα
κλητική σύνολο σύνολα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνολο < σύνολον < αρχαία ελληνική λέξη, επίθετο σύνολος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνολο ουδέτερο

  1. συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων
  2. (μαθηματικά) συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα
    • η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών
  3. (γραμματική) ενότητα λέξεων σχετικά στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους
    • το άρθρο «ο» μαζί με το ουσιαστικό «άνθρωπος» σχηματίζουν το ονοματικό σύνολο «ο άνθρωπος»
  4. όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα
  5. άθροισμα ομοειδών
    • το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο
  6. ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί
    • φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία