Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύνολο τα σύνολα
      γενική του συνόλου των συνόλων
    αιτιατική το σύνολο τα σύνολα
     κλητική σύνολο σύνολα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνολο < (λόγιο) αρχαία ελληνική σύνολον (ολόκληρο, πλήρες) [1]
για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ensemble ή totalité

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνολο ουδέτερο

  1. συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων
  2. (μαθηματικά, θεωρία συνόλων) συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα
    • η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών
  3. (γραμματική) ενότητα λέξεων σχετικά στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους
    • το άρθρο «ο» μαζί με το ουσιαστικό «άνθρωπος» σχηματίζουν το ονοματικό σύνολο «ο άνθρωπος»
  4. όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα
  5. άθροισμα ομοειδών
    • το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο
  6. ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί
    • φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «σύνολο» - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.