Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zbʲjur/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zbiór (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) το σύνολο
  2. η συλλογή