Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενά < στενός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

στενά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

στενά