Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική στενός στενή στενό
γενική στενού στενής στενού
αιτιατική στενό στενή στενό
κλητική στενέ στενή στενό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στενοί στενές στενά
γενική στενών στενών στενών
αιτιατική στενούς στενές στενά
κλητική στενοί στενές στενά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενός < αρχαία ελληνική στενός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stɛ.ˈnɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στενός

  1. που έχει μικρό πλάτος
  2. (μεταφορικά) περιορισμένος
    στενοί ορίζοντες, με τη στενή έννοια
  3. κοντινός
    στενοί φίλοι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενός < ομόρριζο με στείνω και στεῖνος, παραθετικά: στενότερος, στενότατος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στενός, ή, όν και ιωνικός τύπος στεινός

  1. ό,τι και στη νεοελληνική, στενός, συγκεκλεισμένος, περιορισμένος
  2. λιγοστός
  3. λεπτός αδύνατος
  4. δύσκολος
  5. τά στενά' : στενή δίοδος, πέρασμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία