Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στενός η στενή το στενό
      γενική του στενού της στενής του στενού
    αιτιατική τον στενό τη στενή το στενό
     κλητική στενέ στενή στενό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στενοί οι στενές τα στενά
      γενική των στενών των στενών των στενών
    αιτιατική τους στενούς τις στενές τα στενά
     κλητική στενοί στενές στενά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στενός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /steˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στε‐νός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στενός, -ή, -ό, συγκριτικός: στενότερος, υπερθετικός: στενότατος

  1. που έχει μικρό πλάτος
     συνώνυμα: λεπτός
  2. (μεταφορικά) περιορισμένος
    στενοί ορίζοντες, με τη στενή έννοια
  3. κοντινός
    στενοί φίλοι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική στενός στενή στενόν στενοί στεναί στενά
Γενική στενοῦ στενῆς στενοῦ στενῶν στενῶν στενῶν
Δοτική στενῷ στενῇ στενῷ στενοῖς στεναῖς στενοῖς
Αιτιατική στενόν στενήν στενόν στενούς στενάς στενά
Κλητική στενέ στενή στενόν στενοί στεναί στενά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική στενώ στενά
Γενική-Δοτική στενοῖν στεναῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενός < *στεν-ϝός (γι' αυτό τα παραθετικά είναι σε -ότερος και όχι -ώτερος)[1], επέκταση του θέματος στενυ- (όπως στενυγρός, Στενύκληρος). Ομόρριζο με στείνω και στεῖνος. Δεν υπάρχουν συγγενικά σε άλλες γλώσσες κατά τον Beekes.[2]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στενός, -ή, -όν, συγκριτικός: στενότερος, υπερθετικός: στενότατος

  1. ό,τι και στη νεοελληνική, στενός, συγκεκλεισμένος, περιορισμένος
  2. λιγοστός
  3. λεπτός αδύνατος
  4. δύσκολος
  5. τά στενά' : στενή δίοδος, πέρασμα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

πιθανόν και τα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία