Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

tight (en)

  1. σφιχτός
  2. σφιχτός με τα χρήματα
  3. τεντωμένος
  4. στενός
  5. που έχει κάνει πολλές πρόβες και είναι ακριβής στην εκτέλεση
  6. (αργκό) πολύ ωραίος, πολύ καλός
  7. (αργκό) μεθυσμένος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία