Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφιχτά < σφιχτός +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

σφιχτά

Με άρπαξε σφιχτά από το χέρι, σα να φοβόταν μην του φύγω. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

σφιχτά