Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφίγγω < αρχαία ελληνική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsfiŋ.gɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

σφίγγω

  1. πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
    Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την σφίξω πάνω μου. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. στρέφω κάτι ή το μαζεύω ώστε να μην είναι χαλαρό
    σφίγγω μια βίδα, σφίγγω τη θηλειά
  3. (μεταφορικά) ασκώ έντονη πίεση σε κάποιον, πιέζω
    Ο τρόμος τής έσφιγγε το λαιμό και δεν μπορούσε ν' ανασάνει. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σφίγγω την καρδιά μου:
  • σφίγγεται η καρδιά μου: θλίβομαι
  • σφίγγω το ζωνάρι μου, σφίγγω τη ζώνη μου: περιορίζω τα έξοδά μου, κάνω οικονομία
  • σφίγγω το λουρί, σφίγγω τα λουριά σε κάποιον: γίνομαι αυστηρότερος
  • σφίγγω τα δόντια: προσπαθώ να αντέξω μια δύσκολη κατάσταση

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία