Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

tighten (en)

  1. σφίγγω
    tighten the screw
  2. τεντώνω
  3. κάνω κάτι πιο αυστηρό
    the government is to tighten gun laws