Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακριβής < αρχαία ελληνική ἀκριβής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακριβής η ακριβής το ακριβές
      γενική του ακριβούς της ακριβούς του ακριβούς
    αιτιατική τον ακριβή την ακριβή το ακριβές
     κλητική ακριβή(ς) ακριβής ακριβές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακριβείς οι ακριβείς τα ακριβή
      γενική των ακριβών των ακριβών των ακριβών
    αιτιατική τους ακριβείς τις ακριβείς τα ακριβή
     κλητική ακριβείς ακριβείς ακριβή
όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ακριβής, -ής, -ές

  1. που υπολογίζεται με τρόπο απόλυτο και όχι κατά προσέγγιση
    ακριβείς διαστάσεις, ακριβές μέγεθος, ακριβής τιμή
  2. που προσδιορίζεται με τρόπο απόλυτο, με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια και όχι κατά προσέγγιση
    ακριβής ώρα, ακριβής διάγνωση
  3. που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή παρερμηνείας
    ακριβής μετάφραση, ακριβής διατύπωση, ακριβείς πληροφορίες
  4. που διακρίνεται από συνέπεια, ο συνεπής, ο τακτικός
    είναι ακριβής στα ραντεβού του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ακριβής