Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαφήνεια οι σαφήνειες
      γενική της σαφήνειας των σαφηνειών
    αιτιατική τη σαφήνεια τις σαφήνειες
     κλητική σαφήνεια σαφήνειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαφήνεια < αρχαία ελληνική σαφήνεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαφήνεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα ενός νοήματος να είναι καθαρό και κατανοητό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαφήνεια < σάφα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαφήνεια θηλυκό

  1. σαφήνεια