↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σαφής η σαφής το σαφές
      γενική του σαφούς* της σαφούς του σαφούς
    αιτιατική τον σαφή τη σαφή το σαφές
     κλητική σαφή(ς) σαφής σαφές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σαφείς οι σαφείς τα σαφή
      γενική των σαφών των σαφών των σαφών
    αιτιατική τους σαφείς τις σαφείς τα σαφή
     κλητική σαφείς σαφείς σαφή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σαφής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαφής

  Επίθετο

επεξεργασία

σαφής, -ής, -ές, συγκριτικός: σαφέστερος, υπερθετικός:  σαφέστατος

  1. που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία
    Οι τρεις γενικοί γραμματείς του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας θα παραμείνουν στις θέσεις τους- δεν πρόκειται να αντικατασταθούν! Αυτή τη σαφή διαβεβαίωση τους έδωσε ο υπουργός ... (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Οκτωβρίου 2010)
  2. που χαρακτηρίζεται από διαυγή αντίληψη της πραγματικότητας και βεβαιότητα
    πολλοί χρήστες του διαδικτύου δεν έχουν σαφή αντίληψη για τους πιθανούς κινδύνους στις συναλλαγές τους
  3. ευδιάκριτος, φανερός, καλά αντιληπτός
    Eκτός απ τους δύο κλιβάνους που ανάγονται σε διαφορετικές εποχές, βρέθηκε τμήμα του πλινθοστρωμένου δαπέδου με σαφή ίχνη πυράς. (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23 Ιουλίου 1995)

Συνώνυμα

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



ζητούμενο λήμμα