Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ρητός ρητή ρητό
γενική ρητού ρητής ρητού
αιτιατική ρητό ρητή ρητό
κλητική ρητέ ρητή ρητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρητοί ρητές ρητά
γενική ρητών ρητών ρητών
αιτιατική ρητούς ρητές ρητά
κλητική ρητοί ρητές ρητά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρητός < από τη ρίζα -ερ- τύπων του λέγω και του αγορεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾi.ˈtɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρητός, -ή, -ό

  1. που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια
    σου το απαγόρευσα ρητά
  2. (μαθηματικά) κάθε αριθμός που ανήκει στο σύνολο Q, δηλαδή που μπορεί να αποδοθεί με μορφή κλάσματος, αρκεί οι δύο όροι να είναι ακέραιοι αριθμοί και ο παρονομαστής να μην είναι το μηδέν
    Ο αριθμός   είναι ρητός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία