Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ασαφής ασαφής ασαφές
γενική ασαφούς ασαφούς ασαφούς
αιτιατική ασαφή ασαφή ασαφές
κλητική ασαφή(ής) ασαφής ασαφές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασαφείς ασαφείς ασαφή
γενική ασαφών ασαφών ασαφών
αιτιατική ασαφείς ασαφείς ασαφή
κλητική ασαφείς ασαφείς ασαφή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασαφής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασαφής, -ής, -ές

  1. που δεν είναι σαφής, δεν είναι ξεκάθαρος, δημιουργεί αμφιβολία
    η επιτροπή των εξετάσεων επικρίθηκε διότι κάποια από τα ερωτήματα που έθεσε θεωρήθηκαν ασαφή

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία