↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λαγαρός η λαγαρή το λαγαρό
      γενική του λαγαρού της λαγαρής του λαγαρού
    αιτιατική τον λαγαρό τη λαγαρή το λαγαρό
     κλητική λαγαρέ λαγαρή λαγαρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λαγαροί οι λαγαρές τα λαγαρά
      γενική των λαγαρών των λαγαρών των λαγαρών
    αιτιατική τους λαγαρούς τις λαγαρές τα λαγαρά
     κλητική λαγαροί λαγαρές λαγαρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
λαγαρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαγαρός[1]

  Επίθετο

επεξεργασία

λαγαρός, -ή, -ό

  1. (για υγρά) καθαρός, διαυγής
  2. (μεταφορικά) σαφής, ξεκάθαρος
    ※  Να 'ναι έτσι απλά και λαγαρά τα πράματα και να μην τα σκεφτώ από καιρό! (Τάκης Αδάμος Ποιος θα εμποδίσει την άνοιξη; [διήγημα], Εκδ. Καστανιώτη, 1981)

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία



  Ετυμολογία

επεξεργασία

λαγαρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαγαρός

  Επίθετο

επεξεργασία

λαγαρός



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λαγαρός λαγαρᾱ́ τὸ λαγαρόν
      γενική τοῦ λαγαροῦ τῆς λαγαρᾶς τοῦ λαγαροῦ
      δοτική τῷ λαγαρ τῇ λαγαρ τῷ λαγαρ
    αιτιατική τὸν λαγαρόν τὴν λαγαρᾱ́ν τὸ λαγαρόν
     κλητική ! λαγαρέ λαγαρᾱ́ λαγαρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λαγαροί αἱ λαγαραί τὰ λαγαρᾰ́
      γενική τῶν λαγαρῶν τῶν λαγαρῶν τῶν λαγαρῶν
      δοτική τοῖς λαγαροῖς ταῖς λαγαραῖς τοῖς λαγαροῖς
    αιτιατική τοὺς λαγαρούς τὰς λαγαρᾱ́ς τὰ λαγαρᾰ́
     κλητική ! λαγαροί λαγαραί λαγαρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λαγαρώ τὼ λαγαρᾱ́ τὼ λαγαρώ
      γεν-δοτ τοῖν λαγαροῖν τοῖν λαγαραῖν τοῖν λαγαροῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία

λαγαρός < λαγαίω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Επίθετο

επεξεργασία

λαγαρός, -ά, -όν, συγκριτικός:λαγαρώτερος, υπερθετικός: λαγαρώτατος

  1. χαλαρός, άτονος, εξασθενισμένος
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Περὶ ἱππικῆς, 1.8 @scaife.perseus
    ἀπό γε μὴν τοῦ στέρνου ὁ μὲν αὐχὴν αὐτοῦ μὴ ὥσπερ κάπρου προπετὴς πεφύκοι, ἀλλʼ ὥσπερ ἀλεκτρυόνος ὀρθὸς πρὸς τὴν κορυφὴν ἥκοι, λαγαρὸς δὲ εἴη τὰ κατὰ τὴν συγκαμπήν,
  2. υποχωρητικός
  3. ισχνός, αδύνατος
  4. (για δρόμο) στενός
  5. (για τις λαγόνες ή για την κοιλιά ζώου) κοίλος, βαθουλός
  6. (μεταφορικά) νωθρός, νωχελικός
  7. (για κίονες) λεπτός, κομψός
    ※  1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι Ποπλικόλας, 15.4, p.p.542 @scaife.perseus
    οἱ δὲ κίονες ἐκ τοῦ Πεντελῆσιν ἐτμήθησαν λίθου, κάλλιστα τῷ πάχει πρὸς τὸ μῆκος ἔχοντες· εἴδομεν γὰρ αὐτοὺς Ἀθήνησιν. ἐν δὲ Ῥώμῃ πληγέντες αὖθις καὶ ἀναξυσθέντες οὐ τοσοῦτον ἔσχον γλαφυρίας ὅσον ἀπώλεσαν συμμετρίας καὶ[*] τοῦ καλοῦ, διάκενοι καὶ λαγαροὶ φανέντες.
  8. (για αράχνη) άτονος, ή, κατ' άλλους, ευκίνητος
    ※  4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 9, 38 @scaife.perseus
    Εἰσὶ δὲ καὶ τῶν ἀραχνίων οἱ γλαφυρώτατοι καὶ λαγαρώτατοι καὶ τεχνικώτεροι περὶ τὸν βίον.
  9. ελληνιστική σημασία (για έμπλαστρο) πορώδης, απορροφητικός
  10. (μεταφορικά) (για στίχο) αυτός που έχει στο μέσον βραχεία συλλαβή αντί για μακρά
    ※  2/3ος κε αιώνας Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 14, 32 @scaife.perseus
    ὅτι δὲ πρὸς τὴν μουσικὴν οἰκειότατα διέκειντο οἱ ἀρχαῖοι δῆλον καὶ ἐξ Ὁμήρου· ὃς διὰ τὸ μεμελοποιηκέναι πᾶσαν ἑαυτοῦ τὴν ποίησιν ἀφροντιστὶ τοὺς πολλοὺς ἀκεφάλους ποιεῖ στίχους καὶ λαγαρούς, ἔτι δὲ μειούρους.

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία