Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ευκίνητος ευκίνητη ευκίνητο
γενική ευκίνητου ευκίνητης ευκίνητου
αιτιατική ευκίνητο ευκίνητη ευκίνητο
κλητική ευκίνητε ευκίνητη ευκίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευκίνητοι ευκίνητες ευκίνητα
γενική ευκίνητων ευκίνητων ευκίνητων
αιτιατική ευκίνητους ευκίνητες ευκίνητα
κλητική ευκίνητοι ευκίνητες ευκίνητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευκίνητος < αρχαία ελληνική εὐκίνητος < εὖ + κινέω / κινῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εf.ˈci.ni.tɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευκίνητος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που κινείται εύκολα (και ταχέως)
  2. (μεταφορικά) που διακρίνεται για την ευστροφία και την εξυπνάδα του

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία