Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εύκολα < επίθετο εύκολος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛf.kɔ.la/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

εύκολα

  1. με εύκολο τρόπο, με ευκολία, χωρίς δυσκολία
    τα κατάφερε εύκολα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

εύκολα