Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσκολία οι δυσκολίες
      γενική της δυσκολίας των δυσκολιών
    αιτιατική τη δυσκολία τις δυσκολίες
     κλητική δυσκολία δυσκολίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσκολία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δυσκολία θηλυκό

  1. πρόβλημα, δυσλειτουργία, η ανικανότητα να κάνει κανείς κάτι τόσο γρήγορα ή τόσο καλά όσο θα γινόταν κανονικά από άλλους
    μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολία αναπνοής
  2. αντιξοότητα, δυσάρεστη κατάσταση ή περίοδος
    αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής πάντα με αισιοδοξία
  3. το αποτέλεσμα της ύπαρξης εμποδίων που επιβαρύνουν μια κίνηση ή μια πράξη
    με δυσκολία η κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης λόγω των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία