Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσλειτουργία οι δυσλειτουργίες
      γενική της δυσλειτουργίας των δυσλειτουργιών
    αιτιατική τη δυσλειτουργία τις δυσλειτουργίες
     κλητική δυσλειτουργία δυσλειτουργίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσλειτουργία < δυσ- + λειτουργία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική malfunction)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðis.li.tuɾ.ˈɣi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δυσλειτουργία θηλυκό

  • η κακή λειτουργία (μηχανήματος, συστήματος, οργάνου, θεσμού κλπ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία