Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

trudność 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

trudność (pl) θηλυκό

  1. η δυσκολία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία