Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιβαρύνω < ελληνιστική κοινή ἐπιβαρύνω < ἐπί + αρχαία ελληνική βαρύνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aggraver / γερμανική belasten)

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιβαρύνω (παθητική φωνή: επιβαρύνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) (σπάνιο) προσθέτω βάρος, βαρύνω
  2. κάνω κάτι χειρότερο
      συνώνυμα: χειροτερεύω, επιδεινώνω
  3. (μεταφορικά) ενοχλώ, δυσχεραίνω
  4. (μεταφορικά) αυξάνω (το χρέος, το αρχικό ποσό κ.λπ.), χρεώνω περισσότερα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία