Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινητός < αρχαία ελληνική κινητός < κινέω-ῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κινητός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία