Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-

  ΡήμαΕπεξεργασία

κινέω

  1. κάνω κάτι να κινηθεί, σπρώχνω, ανακινώ,
  2. διαταράσσω, διεγείρω ωθώ, παρακινώ, παρορμώ κάποιον σε ενέργεια, παράγω, προκαλώ

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία