Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-

  ΡήμαΕπεξεργασία

κινέω

  1. κάνω κάτι να κινηθεί, σπρώχνω, ανακινώ,
  2. διαταράσσω, διεγείρω ωθώ, παρακινώ, παρορμώ κάποιον σε ενέργεια, παράγω, προκαλώ
  3. συνουσιάζομαι, γαμώ [1]

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Bain, David. “Six Greek Verbs of Sexual Congress (βινῶ, κινῶ, πυγίζω, ληκῶ, οἴϕω, λαικάζω).” The Classical Quarterly, vol. 41, no. 1, 1991, pp. 51–77. JSTOR, [1]. Πρόσβαση 29 May 2021.