Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαικάζω < λαϊκ(ός) + -άζω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΡήμαΕπεξεργασία

λαικάζω

  1. παίρνω πίπα, επιδίδομαι σε πεολειχία
  2. από κάποιους μεταφράζεται και ως πορνεύομαι, αλλά φαίνεται ότι η πρώτη εξήγηση είναι πιο ακριβής [1]


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία