Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπρώχνω < μεσαιωνική ελληνική σπρώχνω < αρχαία ελληνική προωθῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

σπρώχνω (παθητική φωνή: σπρώχνομαι)

  1. ωθώ κάτι προσπαθώντας να το μετακινήσω
  2. (μεταφορικά) παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι
  3. (μεταφορικά) προωθώ
  4. (μεταφορικά) (χυδαίο) για άντρα που κάνει σεξ σε γυναίκα - Ο Χ σπρώχνει καμιά γκόμενα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία