Δείτε επίσης: ὠθῶ

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ωθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὠθῶ, συνηρημένος τύπος του ὠθέω < ἔθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ς προέλευσης

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /oˈθo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ω‐θώ

ωθώ, αόρ.: ώθησα, παθ.φωνή: ωθούμαι, μτχ.π.ε.: ωθούμενος, π.αόρ.: ωθήθηκα, μτχ.π.π.: (ωθημένος)[2]

  1. σπρώχνω
    Άλλες πόρτες στις τράπεζες ωθούνται και άλλες "έλκονται" κι όλο μπερδεύομαι και κάνω το αντίθετο από αυτό που λέει η πινακίδα
  2. (μεταφορικά) σπρώχνω κάποιον, τον οδηγώ να κάνει μία ενέργεια
    Η διδασκαλία του με ώθησε να επιλέξω τη φυσική σαν αντικείμενο των σπουδών μου.
    Με αυτά που γίνονται ωθούμαι στα άκρα
     συνώνυμα: εξωθώ → δείτε και τις λέξεις παρακινώ και προτρέπω

Συνώνυμα

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
ωθ- 

Παθητική μετοχή παρακειμένου, ωθημένος,[2] συνήθως σε σύνθετα, όπως απωθημένος, εξωθημένος, προωθημένος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. ωθώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 2,0 2,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)