Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωθώ < ὠθέω / ὠθῶ < ἔθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swe-dʰh₁- < *swé (ἴδιος) + *dʰeh₁- (τίθημι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.ˈθɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ωθώ (παθητική φωνή: ωθούμαι)

  1. αποκινώ, απομακρύνω, σπρώχνω, σκουντώ
  2. παρακινώ, προτρέπω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία