Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδηγώ < αρχαία ελληνική ὁδηγῶ < ὁδός + -ηγῶ (< ἄγω, με έκταση του πρώτου φωνήεντος )

  ΡήμαΕπεξεργασία

οδηγώ

  1. χειρίζομαι και κινώ ένα όχημα
    από τότε που ήταν μικρός ονειρευόταν να οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα
  2. δείχνω το δρόμο σε κάποιον
    τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού
  3. υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον
    με το λόγο και τα έργα του οδηγούσε τους νεώτερους στην αρετή
  4. χρησιμεύω σαν ένδειξη για να βρει κάποιος κάτι
    τα αποτυπώματα οδήγησαν στο δράστη
  5. κάνω κάποιον να πράξει κάτι συγκεκριμένο
    ο χωρισμός τον οδήγησε στην τρέλα
  6. καταλήγω κάπου
    το μονοπάτι οδηγεί σε ένα μεγάλο ξέφωτο
  7. έχω ως αποτέλεσμα
    οι μειωμένες βροχοπτώσεις οδηγούν στη λειψυδρία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη : όλες οι μέθοδοι εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, όλες οι προσπάθειες καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία