Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική οδηγημένος οδηγημένη οδηγημένο
γενική οδηγημένου οδηγημένης οδηγημένου
αιτιατική οδηγημένο οδηγημένη οδηγημένο
κλητική οδηγημένε οδηγημένη οδηγημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οδηγημένοι οδηγημένες οδηγημένα
γενική οδηγημένων οδηγημένων οδηγημένων
αιτιατική οδηγημένους οδηγημένες οδηγημένα
κλητική οδηγημένοι οδηγημένες οδηγημένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδηγημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οδηγώ, οδηγούμαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

οδηγημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: οδηγώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία