Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδηγούμαι: παθητική φωνή του οδηγώ (αρχαία ελληνική ὁδηγοῦμαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

οδηγούμαι

  1. <ορισμός>
    <παράδειγμα>


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία