Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
drive drives

drive (en)

  1. το κίνητρο
  2. (υλικό υπολογιστή) συσκευή για ανάγνωση και εγγραφή δεδομένων σε μια συσκευή αποθήκευσης δεδομένων (storage device) όπως ένας σκληρός δίσκος ή μιά συσκευή εύκαμπτου δίσκου (floppy disk)
  3. (πληροφορική) τα διαμερίσματα (partitions) σε έναν σκληρό δίσκο, όπως drive C:, drive D:, κλπ.[1]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας drive
γ΄ ενικό ενεστώτα drives
αόριστος drove
παθητική μετοχή driven
ενεργητική μετοχή driving
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

drive (en)

  1. οδηγώ
  2. κινητοποιώ

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (country name) drives on the right/left: στην/στο/στον (τάδε χώρα) οδηγούν στα δεξιά/αριστερά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • drive στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Disk Drive. Πρόσβαση 2019-12-27